Ο ρόλος των διανοουμένων (Ρίτσα Μασούρα)
martine Burgwinkel,der spiegel
Ο διανοητής Λεβ Σεστόφ, ιδιάζουσα περίπτωση μαρξιστή φιλοσόφου με έντονα θρησκευτικά πάθη, δεν συμπαθούσε τους πολιτικούς. Τους θεωρούσε αναγκαίο κακό , εκμεταλλευτές της λογικής των μαζών. Συμπαθούσε όμως τους διανοουμένους που ζούσαν στην αφάνεια, έγραφαν σε σκοτεινά δωμάτια και πολλοί έφευγαν απ ‘τη ζωή ατιμασμένοι και πάντως όχι δοξασμένοι. Ίσως γιατί οι πρωτοποριακές τους ιδέες, όχι μόνο θύμωναν στους κυβερνώντες, οι οποίοι έτρεμαν για την καρέκλα τους, αλλά ήταν «κινέζικα» για τον καθημερινό άνθρωπο που η ζωή του, τοποθετημένη σε συγκεκριμένο και ελεγχόμενο πλαίσιο, ξεκινούσε και τελείωνε με απλούς κανόνες επιβίωσης.
Ο Λεστόφ, όμως, μοίρασε τη ζωή του ανάμεσα στο τέλος του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου. Εκτοτε οι διανοούμενοι έχουν εγκαταλείψει το δωμάτιο με τη λυχνία και διατυπώνουν πλέον ελεύθερα τις σκέψεις τους, είτε με τη γραφίδα, είτε με τον προφορικό τους λόγο, είτε αναλαμβάνοντας συμβουλευτικό ρόλο πίσω από κλειστές κυβερνητικές πόρτες. Το σπουδαίο είναι ότι σχεδόν παντού στο δυτικό κόσμο είναι «εποικοδομητικά» παρόντες. Στην Ελλάδα, η εικόνα είναι αρκετά διαφορετική. Είπαμε, η χώρα μας έχει τις ιδιαιτερότητες της. Τί θέλω να πω; Ότι ενώ έχουμε πανστρατιά διανοουμένων που σε καιρούς χαλεπούς, όπως οι τωρινοί, θα μπορούσαν να ξεφύγουν από τη δύναμη της θεωρίας και να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του ζωντανού ιστορικού χρόνου, ελάχιστα συμμετέχουν στα κοινά και αν το τολμήσουν, γίνονται αντικείμενο σκληρής και άδικης κριτικής.
Η χώρα μας έχει εισέλθει στον αστερισμό των μείον. Δεν είναι μόνον οι παλινωδίες της κυβέρνησης και οι πολλαπλές διαβουλεύσεις. Δεν είναι τα κρούσματα τηλεοπτικής τρομοκρατίας – ένας θανατηφόρος συνδυασμός κυβερνητικών διαρροών και υπερβάλλοντος δημοσιογραφικού ζήλου. Δεν είναι η ορατή συρρίκνωση του μέσου εισοδήματος και η τραπεζική ανυδρία. Δεν είναι οι νέοι που κρύβουν το κεφάλι τους στην άμμο, μη έχοντας άλλη επιλογή. Ούτε καν οι αγρότες που κλείνουν τις εθνικές οδούς –λες και δεν ξέρουν ότι ουκ αν λάβεις παρά του μη έχοντος. Είναι ο φόβος ότι αν δεν γίνει κάτι εντυπωσιακό, η χώρα θα εξελιχθεί σε «Αργεντινή» της Ευρώπης και θα ζήσει την κατάρρευση της μεσαίας τάξης. Είναι ο φόβος μιας, σε μεγάλο βαθμό, αδικαιολόγητης εθνικιστικής παράκρουσης. Δεν είναι δυνατόν σε μια Ελλάδα που πασχίζει να σταθεί στα πόδια της, που πρέπει να αποδεικνύει καθημερινά ότι δεν εξαπατά κανέναν, που στο κάτω κάτω χρειάζεται όλο το ανθρώπινο δυναμικό στην πρώτη γραμμή, η κοινωνία να γίνεται, για παράδειγμα, μάρτυρας αντιπαραθέσεων ανάμεσα στο Μίκη, τη Δραγώνα, τη Ραγκούση και τον Καρατζαφέρη. Δεν την παίρνει πια!
Ο θυμόσοφος λαός λέει ότι αφήσαμε το γάμο να πάμε για πουρνάρια. Και παρ ότι τα θέματα που αφορούν την υπόστασή μας ως έθνος δεν είναι «για τα πουρνάρια», φαντάζει άκαιρο να ψάχνουμε παντού γύρω μας εχθρούς και φαντάσματα. Όπως επίσης είναι αφελές και παραπλανητικό να αναζητούμε εκτός συνόρων υπονομευτές της δικής μας ζωής. Η Αρβελέρ συνηθίζει να λέει ότι οι Έλληνες μόνοι μας στήνουμε το μεγαλείο μας και μόνοι μας το καταστρέφουμε. Γι αυτό είναι καιρός οι διανοούμενοι να παρέμβουν, δρώντας στον αντίποδα των εθνικιστικών κραυγών που ιστορικά έχουν αποδειχθεί μάταιες. Ίσως δοθεί έτσι η ευκαιρία να διαχωρίσουμε, επιτέλους, την έννοια του πατριωτισμού από αυτήν του εθνικισμού.
martine Burgwinkel,der spiegel
Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή 21-1-2010
(Άρθρο από http://ritsmas.wordpress.com)




(3 votes, average: 4,33 out of 5)










